μαράζι


μαράζι
[марази] ουσ. о. мучение, горе,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαράζι" в других словарях:

  • μαράζι — το 1. μαρασμός 2. φυματίωση, φθίση 3. μεγάλη πίκρα και στενοχώρια, μακροχρόνια θλίψη («από τότε που έφυγε ο γιος της έχει κρυφό μαράζι στην καρδιά») 4. φρ. «μέ τρώει το μαράζι» μελαγχολώ από μεγάλη θλίψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. maraz] …   Dictionary of Greek

  • μαράζι — το ιού (λ. τουρκ.) 1. ο μαρασμός, η φθίση, η φυματίωση. 2. μτφ., μεγάλη στενοχώρια, θλίψη, καημός: Αρρώστησε από το μαράζι του χωρισμού της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαραζιάζω — [μαράζι] 1. προκαλώ μαράζι 2. υφίσταμαι μαρασμό, μαραίνομαι από μεγάλη στενοχώρια, μαραζώνω 3. (για φυτά και άνθη) χάνω τη θαλερότητά μου, φθίνω, μαραίνομαι, μαραγγιάζω …   Dictionary of Greek

  • μαραζώνω — [μαράζι] 1. επιφέρω μαρασμό, προκαλώ μαράζι 2. υφίσταμαι μαρασμό, μαραίνομαι …   Dictionary of Greek

  • μάρα — η 1. μαρασμός, στενοχώρια, μαράζι 2. φρ. α) «η σάρα και η μάρα και το κακό συναπάντημα» όχλος, συρφετός β) «άρες μάρες κουκουνάρες» ή «άρες μάρες κουταμάρες» ασυναρτησίες, ακατανόητα λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. Πλαστή λ. από τη φράση «άρες μάρες» (για τη… …   Dictionary of Greek

  • μαραζιάρης — α, ικο [μαράζι] 1. μαραζωμένος, μαραμένος, καχεκτικός 2. αυτός που πάσχει από φυματίωση 3. αυτός που έχει πάθει μελαγχολία από μεγάλη στενοχώρια, αυτός που ρέπει στη μελαγχολία, μελαγχολικός …   Dictionary of Greek

  • νταλκάς — και νταλγκάς, ο 1. κύμα 2. μτφ. έντονη επιθυμία, πόθος, μεράκι, καημός, μαράζι 3. ανυπόφορος εφιάλτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. dalga «κύμα»] …   Dictionary of Greek

  • σαράκι — το, Ν 1. σκουλήκι που ανοίγει τρύπες στα ξύλα και τά καταστρέφει, σάρακας 2. μτφ. α) μτφ. αρρώστια που αναπτύσσεται μέσα στον οργανισμό τού ανθρώπου χωρίς εξωτερικά συμπτώματα β) η θλίψη που νιώθει κάποιος χωρίς να τήν εκδηλώνει αλλά και η φθορά… …   Dictionary of Greek

  • σεκλέτι — και σικλέτι, το, Ν στενοχώρια, βάσανο, μαράζι, ιδίως από έρωτα («τόν έφαγε το σεκλέτι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. siklet «βάρος»] …   Dictionary of Greek

  • măraz — MĂRÁZ, mărazuri, s.n. (reg.; mai ales la pl.) Mofturi, nazuri, fasoane. [var.: maráz s.m.] – Din tc. maraz. Trimis de claudia, 17.10.2003. Sursa: DEX 98  MĂRÁZ s. v. ciudă, gelozie, invidie, necaz, pică, pizmă, pornire, ranchiună …   Dicționar Român